• Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς

Τα παιχνίδια που έπαιζαν τα Καραμπναριωτούδια

E-mail Εκτύπωση PDF


"Τα βράδια παρατούσαν τα αυτοσχέδια παιχνίδια και καταπιάνονταν με ομαδικά. Βέβαια δεν έμοιαζαν αυτά με τα ομαδικά παιχνίδια που έπαιζαν τα παιδιά στις πόλεις, και πως μπορούσαν να μοιάζουν. Εδώ τα παιχνίδια ήταν πιο σκληρά, πιο βάρβαρα, ήταν παιχνίδια που ταίριαζαν σ' αυτά τα παιδιά και σ' αυτούς τους χώρους."




Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Θεόφιλου Γουδουσάκη «Πολύκαρπος και Θεοφάνης στα χρόνια του Ζωναράδικου» τα σκίτσα από το βιβλίο «ομαδικά παιχνίδια των παιδιών μας» της Πέπης Δαράκη.

 


---------
ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΖΩΝΑΡΑΔΙΚΟΥ»

Η κυρά Πολυξένη απέκτησε και άλλο γιο, τον Θεοφάνη, και η κυρά Κατίνα έκανε δυο τους γιους της.

Πάντα και παντού ξεφύτρωναν και οι δυο μαζί και όλα μαζί τα έφτιαχναν. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον και όσο περνούσε ο καιρός τόσο και πιο πολύ δένονταν με δυνατή αδελφική αγάπη. Ο Πολύκαρπος είχε έναν δικό του τρόπο να επιβάλλεται στην παιδική τους παρέα, στην ομάδα που έκαναν και με άλλα παιδιά, όχι όμως και στον Θεοφάνη, αυτόν τον προστάτευε, έκανε το πάν για να τον ευχαριστεί. Είχε την αναγνώριση και την παραδοχή από όλα τα παιδιά του χωριού, ήταν ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός τους με υπαρ­χηγό τον Θεοφάνη. Στην αρχή δυσκολεύτηκε να τον επι­βάλλει για υπαρχηγό στην ομάδα τους, όμως σ'αυτό βοήθησε και σ Θεοφάνης. Με την εξυπνάδα και την έμφυτη πονη­ριά του τους έπεισε ότι πρέπει να τον χρίσουν υπαρχηγό.

Τα βράδια παρατούσαν τα αυτοσχέδια παιχνίδια και καταπιάνονταν με ομαδικά. Βέβαια δεν έμοιαζαν αυτά με τα ομαδικά παιχνίδια που έπαιζαν τα παιδιά στις πόλεις, και πως μπορούσαν να μοιάζουν. Εδώ τα παιχνίδια ήταν πιο σκληρά, πιο βάρβαρα, ήταν παιχνίδια που ταίριαζαν σ'αυτά τα παιδιά και σ'αυτούς τους χώρους.



Ένα από αυτά ήταν το παιχνίδι που το έλεγαν ΤΣΙΚΙΡΝΤΑΚΙ.

Μόλις σκοτείνιαζε ξεκινούσαν για το μεγάλο αλώνι, λίγο έξω απ'το χωριό, για «ταλώνι Τρουχούλα». Βρίσκανε μια πέτρα μεγάλη σα μήλο, άσπρη όμως να φαίνεται στο σκο­τάδι, να διακρίνεται όσο ήταν δυνατόν. Ένας έκανε τη μάνα, όριζαν και ένα δέντρο για φωλιά, για βάση. Η μάνα πετούσε όσο μπορούσε μακριά την πέτρα ενώ οι υπόλοιποι ήταν γυρισμένοι ανάποδα, με την πλάτη προς την φορά της πέτρας για να μη δουν την τροχιά της «και τι μπορούσαν να δουν μέσα στο πυκνό σκοτάδι». Μετά έτρεχαν όλοι προς το σημείο που υπολόγιζαν ότι έπεσε η πέτρα για να την βρουν. Όποιος την έβρισκε έπρεπε να την πάει στο δέντρο εκεί που έστεκε η μάνα του παιχνιδιού. Προσπαθούσε με πονη­ριά να ξεγελάσει τους άλλους και να φθάσει στη μάνα. Αν τον έπαιρναν χαμπάρι έπεφταν όλοι πάνω του και τον κοπανούσαν με μπουνιές στην πλάτη και κλωτσιές στα πισινά. Έτρωγε το ξύλο της αρκούδας, τη γλίτωνε μόνο αν έφτανε στη φωλιά ή αν ξαναπετούσε την πέτρα για να ξαναρχίσουν το ψάξιμο της από την αρχή.



Άλλο παιχνίδι, ημερήσιο αυτό, ήταν η ΑΛΑΒΑΝΤΑ.

Το έπαιζαν συνήθως στην αυλή του σχολείου. Χάραζαν κάτω ένα μεγάλο κύκλο και ο άτυχος της παρέας έμπαινε μέσα στο κύκλο, «τα φυλούσε». Από εκεί έκανε εξόδους για να πιάσει ένα άλλο παιδί που θα έπαιρνε τη θέση του στον κύκλο. Τις εξόδους του όμως τις έκανε πατώντας στο ένα πόδι, κουτσός και φωνάζοντας δυνατά «άλαβάντα». Τότε έπεφταν όλοι πάνω του σπρώχνοντας τον να πατήσει και το άλλο πόδι του κάτω, αυτός προσπαθούσε να γραπώσει κάποιον γερά, να τον ακινητοποιήσει. Αν έχανε την ισορ­ροπία του και πατούσε το πόδι του το κουτσό κάτω, όλοι έπεφταν πάνω του κτυπώντας τον με μπουνιές δυνατά στην πλάτη ενώ αυτός προσπαθούσε να τρέξει προς τον κύκλο να μπει μέσα για να προφυλαχθεί. Ξύλο πολύ και εδώ και οι τραυματισμοί συχνότατοι. Αυτά και άλλα πολλά ήταν τα πρωτόγονα και άγρια παιχνίδια των παιδιών του χωριού, που όλα τους είχαν αφετηρία ή τέρμα τον ξυλοδαρμό του αδύνατου, του βλάκα ή του απερίσκεπτου.

Οι μέρες το καλοκαίρι κυλούσαν πολύ ευχάριστα για τα παιδιά και όπως όλα τα ευχάριστα τέλειωσαν γρήγορα.

Πέρασε το καλοκαίρι και ήρθε ο Σεπτέμβρης. Οι μέρες μίκραιναν, οι νύχτες μεγάλωσαν, οι μεγάλες ζέστες έδωσαν την θέση τους στη δροσιά και το πρωινό και βραδινό αγιά­ζι προετοιμάζοντας έτσι ανθρώπους ζώα και φύση για τον μεγάλο και βαρύ χειμώνα που θα ακολουθούσε.

Οι γεωργικές δουλειές στον κάμπο τέλειωσαν, έγινε η συγκομιδή και η σοδειά μπήκε στ'αμπάρια. Τα λελέκια έφυ­γαν και τα παιδιά με στεναχώρια άρχισαν να ετοιμάζονται για το σχολείο.

Στο χωριό ήρθε και καινούρια δασκάλα, μια νεαρή κοπε­λίτσα, ψιλόλιγνη, ντελικάτη. Ανάμεσα στους σκληροτράχη­λους χωρικούς φάνταζε σαν λεπτή κατακόκκινη παπαρού­να που φύτρωσε ξαφνικά μέσα σ'ένα χωράφι γεμάτο με «τσαπουρνιές» και «γκατζιολάγκαθα».

Το σχολείο ήταν μονοθέσιο. Μια δασκάλα, μια αίθουσα σ'ένα παλιό ετοιμόρροπο σπίτι.

Το κανονικό σχολείο το είχαν κάψει και αυτό οι αντάρτες και τώρα περίμεναν στο χωριό από το κράτος να τους το ξαναφτιάξει. Τι να πρωτοκάνει όμως λαβωμένο όπως ήταν και αυτό από τους δυο πολέμους.

Φέτος θα πήγαινε σχολείο και ο Θεοφάνης, το ήθελε πάρα πολύ για να είναι κάθε μέρα, κάθε στιγμή με τον φίλο του.

Θεόφιλος Σ. Γουδουοάκης

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Δευτέρα, 28 Μάρτιος 2011 18:28  
''στα βιβλία που διάβαζα μικρός, δεν έβρισκα το παραμικρό απ’ την προσφορά της Θράκης στον κοινό αγώνα των Πανελλήνων για την κατάκτηση της Λευτεριάς και του πολιτισμού.'' -Ιωάννης Γουρίδης

ΕΙΚΟΝΕΣ

ΖΩΝΑΡΑΔΙΚΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΑΝΗ