• Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς

της Αγίας Βαρβάρας

E-mail Εκτύπωση PDF




Τρεις Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά. Παραμονή της γιορτής της Αγίας Βαρβάρας και όλες οι νοικοκυρές στο χωριό, τηρώντας το έθιμο, έβρασαν «Βαρβάρα» για την χάρη της αγίας.
Σιτάρι ξεφλουδισμένο και σιγοβρασμένο πάνω στην ξυλόσομπα μαζί με σύκα, σταφίδες και στο σερβίρισμα μπόλικη ζάχαρη με στουμπισμένα καρύδια και κανέλα Η πιο γλυκιά λιχουδιά των παιδιών μα και των μεγάλων.


Ο Πολύκαρπος και ο Θεοφάνης συνεννοήθηκαν από το πρωί στο σχολείο να μη φάνε το μεσημέρι φαγητό για να μπορέσουν να φάνε πολύ Βαρβάρα το βράδυ. Τη μίζερη αυτή εποχή στο ξεχασμένο και φτωχό αυτό χωριό των Βρυσικών, το γλυκό, η ζάχαρη, ήταν σπάνια είδη, δυσεύρε­τα. Στερημένα σπίτια, στερημένοι άνθρωποι, στερημένα παιδιά, μα όλοι τους ήξεραν να ζήσουν, να απολαύσουν τις μικρές χαρές που τους έδιναν σε κάθε γιορτή τα όμορφα έθιμα τους.
Τα παιδιά είχαν ακόμα συνεννοηθεί να φάνε Βαρβάρα πρώτα στο σπίτι του Πολύκαρπου και μετά να πάνε στο σπίτι του Θεοφάνη και να ξαναφάνε.
Είχε νυχτώσει για καλά, οι δυο φίλοι βρίσκονται από ώρα καθισμένοι στο σουφρά με τα κουτάλια στο χέρι και ξεροκαταπίνοντας περίμεναν να τους σερβίρει η μάνα το βαθύ πιάτο με την αχνιστή Βαρβάρα. Στα παιδιά και μόνο στα παιδιά έδιναν να φάνε βάρβαρα από βραδύς, την παραμο­νή, ενώ οι μεγάλοι έτρωγαν ανήμερα μετά τη λειτουργία. Με λαιμαργία έπεσαν στο πιάτο.
«Νόστιμη που είνι!!!» μίλησε πρώτος ο Πολύκαρπος ανά­μεσα σε δυο κουταλιές.
Η Βαρβάρα τελείωσε, πήρε ο Πολύκαρπος το πιάτο, τόφερε στο στόμα του και ρούφηξε αυτό που δεν μπορούσαν να πάρουν με τα κουτάλια, άφησε λίγο και για τον φίλο του, το ίδιο έκανε και ο Θεοφάνης γλύφοντας και το πιάτο. Χτύπησε τη γλώσσα του στον ουρανίσκο ασυναίσθητα, από νοστιμιά, σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του το στόμα του και είπε στον Πολύκαρπο:
«Φίλους άντε τώρα να πάμι σι μας».
Σαν ελατήρια πετάχτηκαν και βγήκαν έξω από το σπίτι. Η Πολυξένη ούτε που ρώτησε που πάνε, ήξερε ότι τραβάνε για το σπίτι της Κατίνας για να φάνε και εκεί. Το κρύο εδώ και μέρες είχε σφίξει, το πήγαινε για χιόνι. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή χιονίζει, χιονίζει πολύ. Στο χωριό λένε για τις μέρες αυτές:
«Βαρβάρα βαρβαρώνει, Σάββας σαβανώνει κι Αϊ Νικόλας παραχώνει».
Στο σπίτι του γραμματέα τους περίμεναν άλλα δυο πιάτα Βαρβάρα. Τα έφαγαν και παραφούσκωσαν. Όταν ξεκίνησε ο Πολύκαρπος για το σπίτι του είχε αρχίσει να χιονίζει.

 


από τα χρόνια του ζωναράδικου

 

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Πέμπτη, 03 Δεκέμβριος 2009 22:23  
ταν μο πειράζουν τν πατρίδα μου κα θρησκεία μου, θ μιλήσω, θ νεργήσω κι᾿ ,τι θέλουν ς μο κάμουν.
- Μακρυγιάννης

ΕΙΚΟΝΕΣ

ΖΩΝΑΡΑΔΙΚΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΑΝΗ